Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019


"Η ΛΙΑ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΑ"

Κριτική θεάτρου
Της Μαρίνας Αποστόλου

Το να γράψει κανείς παιδικό θέατρο-και όταν λέμε «γράψει» συνυποδηλώνουμε το όλο στήσιμο ενός τέτοιου εγχειρήματος με τη μουσική, την επιμέλεια κίνησης και τα σκηνικά-κοστούμια που απαιτούνται μαζί-αποτελεί ίσως το πιο δύσκολο και επίπονο είδος θεατρικής δημιουργίας.
Συχνά, παρατηρούμε να ανεβαίνουν στις παιδικές σκηνές έργα τα οποία έχοντας ως στόχο την επιτυχημένη προσέγγιση των παιδιών (ένα κοινό που ανήκει τις πιο πολλές φορές στην προσχολική ηλικία), καταλήγουν να παράγουν πιο πολύ, κυρίως για λόγους εντυπωσιασμού, θόρυβο παρά ένα ποιοτικό αισθητικό αποτέλεσμα.
Κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθόλου στην περίπτωση της παράστασης ''Η Λία και η τελεία'' που παίζεται φέτος στο θέατρο «Αργώ» στο Μεταξουργείο κάθε Κυριακή στις 12.00 το μεσημέρι.
Η Δέσποινα Μαραγκουδάκη, η οποία υπογράφει τη διασκευή του εν λόγω έργου, έχοντας ως πρώτη ύλη, ως μαγιά θα λέγαμε, το πολύ έξυπνο και τρυφερό έργο του Πίτερ Χ. Ρέινολντς "Η τελεία" αντιπαραβάλλει δύο μικρά κορίτσια, τη Ρία και τη Λία, που είναι συμμαθήτριες αλλά και ανταγωνίστριες. Τόσο η μία όσο και η άλλη κοπέλα δεν τα καταφέρνουν στη ζωγραφική με συνέπεια η πρώτη να ψεύδεται σχετικά με τις δήθεν δικές της κατασκευές και την άλλη να απογοητεύεται και να μην τολμά να σχεδιάσει τίποτα. Την κατάλληλη παρέμβαση πραγματοποιεί η δασκάλα τους η οποία προτρέπει τη Λία να φτιάξει έστω μια τελεία πάνω σε ένα χαρτί. Η μία τελεία φέρνει την άλλη μέχρι που έρχεται η μέρα που η μικρή μας ηρωίδα εκθέτει ατομικά όλες τις τελείες της χαίροντας δημοσιογραφικής κάλυψης και εκλεκτών προσκεκλημένων!

Όπως δηλώνουν οι δημιουργοί και στο δελτίο τύπου τους, η παράσταση ''Η Λία και η τελεία'' συνιστά έναν ύμνο στη διαφορετικότητα και ταυτόχρονα στη μοναδικότητα, όπως θα θέλαμε να τονίσουμε εμείς. Κάθε ένας από εμάς είναι μοναδικός ακριβώς επειδή είναι διαφορετικός και κάθε ένας από εμάς παρουσιάζει κλίση σε συγκεκριμένα αντικείμενα ενώ σε άλλα είναι λιγότερο δυνατός. Σε κάθε περίπτωση, ο καθένας μας έχει ανάγκη από υποστήριξη και αγάπη προκειμένου να μη μένει αποθαρρυμένος και μόνος αλλά ούτε και να χρειάζεται να αμύνεται μέσω της ζήλειας και του ψεύδους.
Το έργο προσκαλεί να βάλουμε τελεία σε ό, τι μας στενοχωρεί, μας ανακόπτει και μας κουράζει ενώ προβάλλει σαν αντίδοτο στη φθορά την ειλικρινή στήριξη, την πραγματική αποδοχή και την καθαρή αγάπη. Αγγίζει, αν μη τι άλλο, τις ευαίσθητες χορδές των μικρών παιδιών που για να εξελιχθούν και να αναπτύξουν την προσωπικότητά τους χρειάζονται αναμφίβολα τη συναισθηματική περιφρούρηση του περίγυρού τους. "Η Λία και η τελεία" γίνεται ο καθρέφτης του ιδανικού σχολείου όπου κανένα παιδί δεν παρακάμπτεται ενώ αντίθετα ανθίζει έχοντας τις ευκαιρίες που του αξίζουν. Είναι πολύ σημαντικό το ότι θίγονται ζητήματα που απασχολούν και αγχώνουν τα παιδιά των σύγχρονων κοινωνιών όπως η «τελειότητα» (η κοινωνία απαιτεί να είναι όλοι και όλα τέλειοι) αλλά και η μοναξιά (γονείς που εργάζονται πολλές ώρες τόσο που τα παιδιά τους νιώθουν μόνα και παραμελημένα).
Αγάπη, υποστήριξη, ειλικρίνεια, κίνητρο για προσπάθεια, θετική σκέψη, επιβράβευση αλλά και κατανόηση και συμφιλίωση είναι οι αξίες που προάγει το έργο πολύ γλυκά και ανθρώπινα και διόλου τεχνητά και βεβιασμένα.

Οφείλουμε, το δίχως άλλο, να υπογραμμίσουμε το διαδραστικό χαρακτήρα του καθώς οι μικροί θεατές χωρίζονται σε ομάδες με βάση την ηλικία τους. Έτσι, συμμετέχουν χωρίς ίχνος πίεσης τόσο επί σκηνής όσο και από το κάθισμά τους. Έχει δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην κίνηση μέσω της οποίας ένας άνθρωπος εκφράζεται και εξωτερικεύει απόψεις και συναισθήματα. Γι’ αυτό το λόγο, η συγκεκριμένη παράσταση προσφέρει άφθονες ιδέες για προβληματισμό και δουλειά σε επαγγελματίες παιδαγωγούς, παιδοψυχολόγους, εργοθεραπευτές και φυσικά θεατρολόγους.
Η άψογη δομή του έργου επιτρέπει την άνετη και ευχάριστη παρακολούθηση και τη συμμετοχή τόσο των παιδιών όσο και των συνοδών τους. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι εξαιρετικά προσεγμένα (βλέπε όλα τα φορέματα των ηθοποιών που είναι πουά δηλαδή έχουν βούλες δηλαδή και πάλι τελείες!) ενώ τα μουσικά θέματα εξυπηρετούν αποτελεσματικά τη ροή της παράστασης. Παρόλα αυτά, οι ηθοποιοί δεν κουράζονται να τραγουδούν από πάνω ζωντανά αποδεικνύοντας το μεράκι τους γι’ αυτό που κάνουν.
Πρόκειται για μια παράσταση μετρημένη, ζυγισμένη, χωρίς υπερβολές, χωρίς υπερχείλιση των αισθήσεων άνευ λόγου. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι οι ίδιοι δημιουργοί ανεβάζουν στον ίδιο χώρο ''Το μωρό των πέντε αισθήσεων'' με συναφές με τον τίτλο θέμα για παιδιά από μόλις έξι μηνών.
Τέλος, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε ειδική μνεία στην καλλιτεχνική επιμέλεια που ανήκει στο Βασίλη Χαλακατεβάκη, γνωστό, δημοφιλή αλλά και έμπειρο ηθοποιό.

Ταυτότητα παράστασης

ΘΕΑΤΡΟ «ΑΡΓΩ», ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΝ 15, ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ
ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : BAΣΙΛΗΣ ΧΑΛΑΚΑΤΕΒΑΚΗΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ : ΜΑΡΙΑ ΜΠΕΘΑΝΗ
ΣΚΗΝΙΚΑ ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ : ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΜΠΕΛΟΥ
ΠΑΙΖΟΥΝ : ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΟΡΕΤΣΗ, ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΜΑΪΡΑ, ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΣΑΠΗ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΙΣ 12.00 ΜΜ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 90 ΛΕΠΤΑ

Πηγή φωτογραφίας: www.athinorama.gr

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019


ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ της Μαρίνας Αποστόλου

Αρχιμάστορας Σόλνες
Σε απόδοση & σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου

Θέατρο Ιλίσια

Είναι ίσως δύσκολο ή και τολμηρό, θα έλεγε κανείς, να επιχειρήσουμε να συντάξουμε κριτική για ένα κλασικό αριστούργημα όπως αυτό του Αρχιμάστορα Σόλνες το οποίο ανεβαίνει τη φετινή χειμερινή περίοδο στο θέατρο Ιλίσια από Τετάρτη έως Σάββατο.
Κι αυτό διότι έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο-γίγαντα του Ίψεν, ένα κείμενο-σταθμό του 19ου αιώνα με διαχρονική αξία και πολυάριθμες προσλαμβάνουσες. Συνεπώς, μιλάμε για ένα θεατρικό έργο που κάθε άλλο παρά εύκολη είναι η σκηνική του ανάδειξη καθώς αυτή είναι πολυεπίπεδη και απαιτεί βαθιές δραματουργικές γνώσεις αλλά και μακρά σκηνοθετική και υποκριτική εμπειρία.
Χωρίς αμφιβολία, η Αθανασία Καραγιαννοπούλου διαθέτει αυτό που λέμε στερεότυπα ενίοτε, βαρύ βιογραφικό στο χώρο του θεάτρου. Το γεγονός αυτό  της επέτρεψε να στήσει σκηνικά μια καλοκουρδισμένη και ακριβή, ομολογουμένως, παράσταση. Αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τρεις σημαντικές ευθύνες, της μετάφρασης, της διασκευής και της σκηνοθεσίας, έδωσε σάρκα και οστά σε ένα δραματικό κομψοτέχνημα, κράμα νατουραλισμού και συμβολισμού μαζί.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Χάλβαρντ Σόλνες, ένας αρχιτέκτονας χωρίς δίπλωμα μηχανικού, αλλά αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος, γι’ αυτό και (αυτο)αποκαλούμενος αρχιμάστορας, βρίσκεται στη δύση της καριέρας του (ο Ίψεν χρησιμοποιεί συμβολικά το όνομα «Σόλνες» που στα νορβηγικά σημαίνει «ήλιος που δύει»). Παρότι όμως έχει ολοκληρωθεί επαγγελματικά και ως εκ τούτου δε στερείται χρημάτων, παραβλέπει την ηλικία του και επιμένει να στέκεται εμπόδιο στην ανέλιξη των νέων και πολλά υποσχόμενων πτυχιούχων μηχανικών. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι ο υπάλληλος που έχει στο γραφείο του, ο Κνουτ Μπρόβικ, ο οποίος επιθυμεί να φύγει συμπαρασύροντας την αρραβωνιαστικιά του και βοηθό του Σόλνες, Κάγια. Ο πατέρας του νεαρού μηχανικού, ηλικιωμένος πια και με βεβαρημένη υγεία, αδικημένος επαγγελματικά στο παρελθόν από τον Χάλβαρντ, ζητά από τον τελευταίο να δώσει μια ευκαιρία στο γιο του και να του επιτρέψει να ανοίξει πια τα φτερά του και να σταθεί στα πόδια του. Ο Σόλνες όμως, εγωιστής και πλεονέκτης, αρνείται συστηματικά, γεγονός στο οποίο συμβάλλει και η ερωτική σχέση που διατηρεί κρυφά με την Κάγια.
Αποφασιστικό ρόλο στη δραματική πλοκή και εξέλιξη έρχεται να διαδραματίσει η Χίλντα Βάνγκελ, μια νεαρή και όμορφη κοπέλα, παλιά γνώριμη και πλατωνική ερωμένη του Σόλνες στο παρελθόν. Σαν κομήτης, επανεμφανίζεται στη ζωή του ενθυμούμενη την υπόσχεσή του για συνέχεια στη γνωριμία τους. Ο Σόλνες αναστατώνεται αλλά μαγεύεται και της ανοίγει την καρδιά του. Κάστρα, πριγκίπισσες και άλλα τέτοια στοιχεία παραμυθιού ντύνουν το ειδύλλιό τους κάτω από τη μύτη της Αλίνε, συζύγου του Σόλνες που υπομένει στωικά ενώ βλέπει τι συμβαίνει, φιλοξενώντας και περιποιούμενη με ψυχρή ευγένεια τη νεαρή «εισβολέα» καθώς αυτό είναι, όπως συχνά λέει, «το καθήκον» της. Η Χίλντα, ένα δραματικό πρόσωπο μεγάλης ερμηνευτικής δυναμικής καθώς είναι παρούσα στις περισσότερες σκηνές από τη στιγμή που εμφανίζεται στο σπίτι του ζεύγους Σόλνες, ταράζει το Χάλβαρντ και τον ωθεί μέσα από το θαυμασμό και την πίστη που του εκφράζει να κρεμάσει το στεφάνι ψηλά στον πύργο, που αυτός έχει μόλις χτίσει, παρόλη την υψοφοβία που τον αγχώνει.
Μια πυρκαγιά στο πατρικό της Αλίνε κάποτε, δυο δίδυμα αγοράκια που δηλητηριάστηκαν από το γάλα της ίδιας τους της μάνας, μια μητέρα που προσκολλημένη στη χριστιανική πίστη έχει αποδεχτεί αυτό το φοβερό χαμό, ένα σπίτι με παιδικά δωμάτια αλλά χωρίς παιδιά μέσα κι ένα καινούργιο σπίτι με την ίδια διαρρύθμιση έτοιμο να παραδοθεί στοιχειοθετούν την άλλη όψη που λαμβάνει το έργο του Ίψεν, εκείνη του ψυχολογικού θρίλερ.

Η ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ: Προσεγμένη και στην παραμικρή λεπτομέρεια, η σκηνοθεσία της Καραγιαννοπούλου αποτελεί ένα αληθινό κέντημα επί σκηνής. Είναι προφανές ότι το καλλιτεχνικό προϊόν που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια των θεατών είναι αποτέλεσμα πολλών και επίπονων ωρών δοκιμών. Ξεχωρίζουμε χωρίς καμιά αμφιβολία το τρίγωνο που δεσπόζει στη σκηνή, το οποίο στη συνέχεια γίνεται ένα λάμδα κεφαλαίο. Πρόκειται πραγματικά για μια εξαιρετικά ευφυή σύλληψη της σκηνοθέτιδας που ενώ εντυπωσιάζει το κοινό, δεν πραγματοποιείται χάριν εντυπωσιασμού. Το τρίγωνο, όπως είναι γνωστό, συνιστά βασικό όργανο των αρχιτεκτόνων μηχανικών αλλά συνάμα παραπέμπει και στο ιψενικό ερωτικού περιεχομένου τρίγωνο. Το λάμδα που βλέπουμε στη συνέχεια, καθώς η κάτω πλευρά του τριγώνου σβήνει, μας φέρνει στο μυαλό το διαβήτη, επίσης βασικό γεωμετρικό όργανο αλλά κατ’ επέκταση και τη ραψωδία λ’ της Οδύσσειας, τη λεγόμενη Νέκυια, όπου ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη με σκοπό να πάρει χρησμό από το νεκρό πια μάντη Τειρεσία για να συνεχίσει το ταξίδι του. Εκεί, μεταξύ των νεκρών, θα ξανανταμώσει με αγαπημένα αποθανόντα πρόσωπα όπως τη μητέρα του και παλιούς συντρόφους και συμπολεμιστές του στην Τροία. Στη Νέκυια η ζωή έρχεται σε επαφή με το θάνατο και ο Κάτω Κόσμος γίνεται για τον κεντρικό ήρωα πεδίο έκφρασης εσωτερικού νόστου. Έτσι κι εδώ: ο Σόλνες θα συναντήσει τον ακαριαίο θάνατο μετά το άγγιγμα (για τελευταία φορά) της κορυφής.

Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ ΩΣ ΣΟΛΝΕΣ: Στην πιο ώριμη στιγμή της καριέρας του, ο Γρηγόρης Βαλτινός, έμπειρος και έτοιμος για ένα τέτοιο εγχείρημα, ενσαρκώνει με μεγάλη επιτυχία το δραματικό πρόσωπο του Χάλβαρντ Σόλνες. Χωρίς υπερβολές και σχηματισμούς αλλά με τη φιλαρέσκεια και την έπαρση που αρμόζουν στο πρόσωπο του ήρωα του Ίψεν, ο Βαλτινός κατακτά τη σκηνή κι αποδίδει τον αρχιμάστορα έτσι όπως του πρέπει: σφετεριστή, εγωκεντρικό αλλά και επιρρεπή. Νατουραλιστικός, δίνει το στίγμα της επιβολής του ισχυρότερου, όπως διατυπώνει η θεωρία του Δαρβίνου. Θεωρεί μάλιστα την ανώτατη δύναμη του Θεού σοβαρά υπεύθυνη για την εξέλιξή του μέσα στη ζωή. Χειμαρρώδης από την αρχή έως το τέλος, σε ένα καταρρακτώδες κείμενο που του αναλογεί (απουσιάζει μόνο από τη σκηνή που η σύζυγός του συνομιλεί με τη Χίλντα), απογειώνει το ρόλο του σα νικητής μετά από αγώνα δρόμου πολλών χιλιομέτρων.

Η ΙΩΒΗ ΦΡΑΓΚΑΤΟΥ ΩΣ ΧΙΛΝΤΑ: Νέα και φρέσκια, γεμάτη ζωντάνια, επιτυγχάνει την αντίθεση ανάμεσα στη χαρά και την αντισυμβατικότητα των οποίων είναι πρέσβειρα και στη θλίψη και τη συντήρηση που εκφράζει η Αλίνε. Η Ιώβη Φραγκάτου, ανεξάντλητη και αυτή, υποστηρίζει ένα δραματικό πρόσωπο που προωθεί γοργά τη ροή του έργου. Σίγουρα, δε θα μπορούσε να είναι στατική στη σκηνή (κάθε άλλο θα έλεγε κανείς καθώς μοιάζει σαν απόκοσμη νεράιδα) ωστόσο, η κίνησή της σε κάποια σημεία περισσεύει και θα χρειαζόταν περισσότερη επιμέλεια από κινησιολόγο. Η Χίλντα αντιπροσωπεύει, πιθανόν, το παρελθόν του Σόλνες, την ευτυχία της ζωής, την αφορμή για δράση, την αμαρτία αλλά ίσως ακόμη και την ίδια τη νέμεση.

Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΕΧΟΥ ΩΣ ΑΛΙΝΕ: Άκρως δραματική και θλιμμένη με σχεδόν μοιρολατρική διάθεση, η Κατερίνα Λέχου διατηρεί το ύφος που πρέπει στη σύζυγο του Σόλνες. Με βαθιά πίστη στο Θεό, αποδέχεται το πεπρωμένο και υπηρετεί τα «πρέπει» της θέσης της. Μελαγχολική, νομίζει ότι ο Σόλνες πάσχει από τρέλα του μυαλού γεγονός που επηρεάζει τη συμπεριφορά της απέναντί του. Πειστική, σε ένα ρόλο που της ταιριάζει, η Κατερίνα Λέχου προσδίδει με τη βραχνή φωνή της έναν επιπλέον τόνο ανάγλυφης μοναξιάς στη φιγούρα της Αλίνε.

Εξίσου αξιοσημείωτες είναι οι ερμηνείες των Αντίνοου Αλμπάνη (Κνουτ), Μιχάλη Αεράκη (Ράγκναρ, πατέρας του Κνουτ), Κατερίνας Κρέπη (Κάγια) και Κώστα Καστανά (γιατρός). Πρόκειται για ένα δεμένο θίασο με καλλιτεχνική χημεία που προσφέρει στο κοινό ένα τεχνούργημα τόσο εμπορικό όσο και ποιοτικό μαζί.

Επίσης, νιώθουμε την ανάγκη να υπογραμμίσουμε το πόσο όμορφα είναι τα σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη. Μας ταξιδεύουν μαγικά στην εποχή του Ίψεν. Ακόμη όμως πιο επιτυχημένες είναι οι ενδυματολογικές επιλογές του Γιώργου Σεγρεδάκη: κομψότατες και καλόγουστες αλλά και συμβολικές. Μαύρες στο πρώτο μισό του έργου και λευκές στο δεύτερο συμβολίζουν το πέρασμα από το σκοτάδι και την άγνοια στο φως και την αλήθεια.

Τέλος, η μουσική επένδυση με μεσαιωνικό άρωμα είναι επιβλητική και ατμοσφαιρική. Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελεί το θέμα σε αγγλικό στίχο που εισάγει το δεύτερο μισό του έργου (μετά το διάλειμμα). Δείχνει ελαφρώς ξέχωρο από το πνεύμα και το ύφος γενικότερα, σίγουρα όμως θα έχει επιλεγεί από τη σκηνοθέτιδα για κάποιο συγκεκριμένο λόγο που απλά δεν είναι προφανής.


Πηγή εικόνας: www.theatroilisia.gr 

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019



«ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΗ» του Κώστα Τσιάνου

Ερμηνεία της Αγγελικής Λεμονή

Θεατρική κριτική της Μαρίνας Αποστόλου

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι αθηναϊκές σκηνές φιλοξενούν όλο και πιο συχνά μονολόγους ως επί το πλείστον γυναικείων δραματικών προσώπων οι οποίοι, ομολογουμένως, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον  και εισπράττουν, όχι άδικα, ενθουσιώδεις κριτικές με αποτέλεσμα έναν πολύ μεγάλο αριθμό παραστάσεων.
Μια τέτοια θεατρική περίπτωση, θα έλεγε κανείς επιφανειακά σκεπτόμενος, είναι και η «Ζωή χαρισάμενη» του Κώστα Τσιάνου που αυτή την περίοδο ανεβαίνει στην πάνω σκηνή του Απομηχανής θεάτρου στο Μεταξουργείο κάθε Δευτέρα και Τρίτη βράδι στις εννιά. Και σημειώνουμε το σχόλιο «επιφανειακά σκεπτόμενος» διότι στη «Ζωή χαρισάμενη» τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, πιο πολύπλοκα και αξίζουν μια ιδιαίτερη κριτική προσέγγιση.

Το κείμενο
Ο τίτλος: Ξεκινώντας από τον τίτλο, βασικό παρακειμενικό στοιχείο του κάθε έργου, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς το ειρωνικό του περιεχόμενο με τη χριστιανική αναφορά. Ο θεατής λαμβάνει μια βασική πληροφορία: το έργο που θα παρακολουθήσει αφορά τη ζωή κάποιου προσώπου που όπως θα διαπιστώσει στη συνέχεια κάθε άλλο παρά χαρούμενη υπήρξε. Κάθε άλλο παρά του χαρίστηκε.
Η γλώσσα: Η γλώσσα του Τσιάνου είναι κοφτή και αιχμηρή, ο λόγος του ασθμαίνων. Οι γλωσσικές επιλογές του μας μεταφέρουν στην ταλαιπωρημένη Ελλάδα του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα και αναβλύζουν σα χείμαρρος μέσα από το στόμα της Ζωής που μονολογεί αφηγούμενη τα βιώματά της από τα μικράτα της μέχρι το σήμερα του έργου που αγγίζει χρονικά την εποχή της «αντιπαροχής». Τα λόγια του καίνε, δεν εξιστορούν απλά. Έρχονται και ντύνουν τη Ζωή σα ρούχο που της επέβαλε η κοινωνία και οι ιστορικές συνθήκες να φορέσει υποχρεωτικά. «Ήμανε έγκυα» την ακούμε να λέει για τις τρεις φορές που είχε συλλάβει, «διά πυραιός και σιδήρου» για να καταδείξει τη σκληρή της πορεία, «μωρή» και «καριόληδες» για να φωνάξει και να ξεσπάσει την οργή και το άδικο που την πνίγουν, «Ποια ήμανε; Η Σάρα τ’ Αβραάμ ήμανε; Η Σάρα και η Μάρα ήμανε…» για να ασκήσει την αυτοκριτική της όταν μένει για τρίτη φορά έγκυος σε προχωρημένη ηλικία. Η γλώσσα του συγγραφέα φωσφορίζει μέσα από τα μελανά χρώματα της χυδαίας πραγματικότητας και γίνεται καθρέφτης της απελπισίας και της αγωνίας της ανυπεράσπιστης γυναίκας για επιβίωση.
Η διαδοχή των σκηνών: Με ένα γοητευτικό «μπρος-πίσω» στα γεγονότα, ο Κώστας Τσιάνος κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Δεν ακολουθεί μια τυπική, αυστηρή και γραμμική πορεία αφήγησης παρότι ο στόχος του, τον οποίο επιτυγχάνει απόλυτα, είναι η ανάγλυφη παρουσίαση της εκκίνησης, της εξέλιξης και της κατάληξης της ζωής της ηρωίδας. Με αριστοτεχνικό τρόπο, μας ταξιδεύει στον πριν και στο μετά, μας κεντρίζει με ένα ερέθισμα, το σκιαγραφεί αρχικά αλλά δεν το ολοκληρώνει με τη μία δίνοντάς μας «ραντεβού» για αυτό το σκοπό σε μια επόμενη σκηνή.

                                          Εικόνα (πηγή: www.monopoli.gr)
                                  

Η Αγγελική Λεμονή ως Ζωή
Στανισλαφσκική ταύτιση: Θα μπορούσε κανείς να πει, χωρίς να υπερβάλλει, ότι η Αγγελική Λεμονή, η ηθοποιός που ενσαρκώνει το ρόλο, είναι η Ζωή του έργου, ακριβώς η Ζωή που έπλασε με την πένα του ο Κώστας Τσιάνος. Ο όρος «πειστική» είναι πολύ λίγος για να περιγράψει την κορυφαία ερμηνεία της ηθοποιού. Η απίστευτη φυσικότητά της και η άρτια άρθρωση και εκφορά του λόγου σε συνδυασμό με τη δυνατή, στεντόρεια φωνή της γεμίζουν το χώρο και καταργούν το κενό μεταξύ σκηνής και πλατείας. Νομίζει λοιπόν κανείς ότι πλένει τα χέρια του στο βρυσάκι της Ζωής, ότι ψήνει τον καφέ του στο καμινέτο της, ότι βάφει το πρόσωπό του με τα χρώματα που βρίσκονται στο συρτάρι της, ότι πετάει από θυμό το κουβερλί και τα μαξιλάρια του κρεβατιού της και μετά τα ξαναστρώνει.
Είναι εντυπωσιακό ότι η Αγγελική Λεμονή δεν αποτελεί μόνο μια καλή ηθοποιό. Μια καλλιτέχνιδα που κατακτά το ρόλο της και πατάει στέρεα πάνω στις λέξεις. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ερμηνεύτρια που καταπίνει το λόγο του Τσιάνου και τον βγάζει πάλι στην επιφάνεια μέσα από την καρδιά και τους πνεύμονές της. Ολοζώντανη, τραγική, σπαρταράει ολάκερη ηλεκτρίζοντας τη θεατρική ατμόσφαιρα με την πληθωρική παρουσία της.

Ο Κώστας Τσιάνος ως σκηνοθέτης
Η σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου είναι εξαιρετική. Με επιμελημένη την κίνηση της Λεμονή, αποφεύγει υποβοηθητικές κοινοτοπίες όπως για παράδειγμα τη χρήση του τσιγάρου ή του τηλεφώνου που συναντάμε συχνά στους μονολόγους.  Ωσάν ιέρεια από αρχαία τραγωδία, την παρουσιάζει στη σκηνή σα να βγαίνει μέσα από ναό φορώντας το πέπλο της κι ενθυμούμενη με πικρή χαρά την ημέρα του γάμου της. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για τη σκηνή της κορύφωσης του έργου όπου το κοινό παρακολουθεί ανατριχιασμένο τη μοίρα της Ζωής, μιας δυστυχισμένης γυναίκας που ήθελε και αυτή να έχει το δικαίωμα στην ευτυχία όσο κι αν ο περίγυρός της πάσχιζε σταθερά να της το στερήσει.
Αξίζει να αναφέρουμε ακόμη ότι κόντρα στη στανισλαφσκική προσέγγιση της ταύτισης έρχεται για λίγο η αποστασιοποίηση με τη χρήση του τρίτου ενικού από τη Ζωή ενώ μιλά για τον εαυτό της προς το τέλος του έργου.

Η υπόθεση με το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο
Κατοχή, μαυραγοριτισμός, εμφύλιος, παιδόπολη Φλώρινας, αντικομουνισμός, οίκοι ανοχής, πλύστρα-λεκανατζού, μετανάστευση, είναι ίσως οι χαρακτηριστικότερες λέξεις-κλειδιά που συνιστούν τη ραχοκοκαλιά του εν λόγω έργου.
Παιδιά εκτός γάμου, αναλφαβητισμός, ορφάνια, εκπόρνευση, φτώχεια, εγκατάλειψη, ιδρύματα, κεκαλυμμένη ομοφυλοφιλία, υποκρισία και χλευασμός, χαμόσπιτα που μετά έγιναν πολυκατοικίες είναι τα βασικότερα στοιχεία που ρίχνουν φως σε μια σκοτεινή Ελλάδα όπου η επιβίωση ήταν καθημερινό ζητούμενο και ο πόνος μόνιμο συναίσθημα. 
Ένα τηλεγράφημα που λαμβάνει η Ζωή από την πεθερά της και με το οποίο πληροφορείται το σκοτωμό του συζύγου της γίνεται η αφορμή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι της ιστορίας της.

Σκηνικά, κοστούμια, μουσική και φώτα
Τα σκηνικά, των οποίων την ευθύνη φέρουν οι Κώστας Τσιάνος, Χρήστος Καράκης και Γιάννης Πέτρου μας μεταφέρουν ζεστά και αυθεντικά στο σπιτικό της Ζωής όπου ζει με την κόρη της. Τα κοστούμια έχει φροντίσει η Νικολέτα Καΐση (ξεχωρίζουμε τα φουστάνια που φορούσε η Ζωή όταν δούλευε ως πόρνη στη Θεσσαλία), τη μουσική επέλεξε ο Κώστας Τσιάνος (ηχούν ακόμα στ’ αυτιά μας τα κλαρίνα την ώρα της εισόδου της νύφης) ενώ ο φωτισμός είναι του Μάκη Παπατριανταφύλλου.



Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

DOM JUAN (Θεατρική κριτική της Μαρίνας Αποστόλου)


Θεατρική κριτική ΜΟΛΙΕΡΟΥ «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ»

Της Μαρίνας Αποστόλου

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019, καλοκαιρινή βραδιά στην πόλη στο ανοιχτό θέατρο ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ των Άνω Βριλησσίων. Εκεί είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε το διαχρονικό έργο «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ» του Γάλλου συγγραφέα του 17ου αιώνα Μολιέρου.
Κωμωδία με τραγικό τέλος και διάχυτη φιλοσοφική διάθεση, σκληρή αμφισβήτηση στα θεία αλλά και προβολή της υποκρισίας ως μέγιστης «αρετής» ζωντανεύει για άλλη μια φορά σε θερινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.
Ο Δον Ζουάν, ο νεαρός ακόλαστος εραστής ευγενικής τάξης επιβιώνει θεατρικά ανά τους αιώνες έχοντας κάνει την παρθενική του εμφάνιση από την πένα του Ισπανού Τίρσο ντε Μολίνα. Θρασύς, κυνικός και χυδαίος ζει για να εξαπατά τους άλλους τόσο τις γυναίκες που ερωτεύεται πρόσκαιρα και βαριέται εύκολα με αποτέλεσμα να τις εγκαταλείπει και να τις εκθέτει όσο και τους δανειστές του όπως ο Ντιμάνς που δεν εξοφλεί ποτέ. Την ίδια στάση κρατά απέναντι και στον πατέρα του τον οποίο διόλου σέβεται και κοροϊδεύει υποσχόμενος δήθεν μεταστροφή προς τον ενάρετο βίο.
Δίπλα του σταθερά ο έμπιστός του Σγαναρέλος, δραματικό πρόσωπο αμιγώς κωμικό. Τον συνοδεύει διαρκώς υποχρεωμένος να του συμπαραστέκεται σε κάθε ανήθικη πράξη του, δικαιολογώντας τον σε τρίτους και υποκρινόμενος και αυτός με τη σειρά του ότι συμφωνεί με τις επιλογές του Δον Ζουάν. Πιστεύει στο Θεό και δεν παραλείπει να υπενθυμίζει στον κύριό του την ύπαρξη της θείας δίκης για τις συνειδητές αμαρτίες των αμετανόητων θνητών. Ταυτόχρονα όμως είναι και πονηρός, ξεγλιστρά σα χέλι όταν τα πράγματα σκουραίνουν καθώς φοβάται με τα τολμηρά καμώματα του αφεντικού του. Χλευάζει τους γιατρούς της εποχής του μεταμφιεζόμενος σε ένα τέτοιο και γινόμενος η φωνή του Μολιέρου. Μένει παρών μέχρι την τραγική κατάληξη του ευγενούς κυρίου ενώ μονολογεί και λυπάται για τους μισθούς που δεν εισέπραξε ποτέ.
Κύριο θηλυκό θύμα του πρωταγωνιστή είναι η Ελβίρα. Ο Δον Ζουάν την κλέβει από το μοναστήρι, τη νυμφεύεται εικονικά και την αφήνει στα κρύα του λουτρού πληγώνοντάς την. Παρόμοια χυδαία συμπεριφορά επιδεικνύει και με δύο χωριατοπούλες που τον ερωτεύονται για την αρχοντική του όψη.
Παρόλο το ανεκδιήγητο και προκλητικό φέρσιμό του, ο Δον Ζουάν  εμφανίζεται εξαιρετικά γενναίος όταν σώζει τον αδερφό της Ελβίρας από ληστές. Επίσης, ενώ αρχικά τάζει ένα χρυσό νόμισμα στο ζητιάνο που συναντά στην ερημιά υπό την προϋπόθεση ο τελευταίος να βλασφημήσει στο τέλος υποχωρεί και του το προσφέρει χωρίς τη νοσηρή ικανοποίηση της βλασφημίας.
Ανατριχιαστική μεταφυσική φιγούρα είναι ο Ιππότης τον οποίο ο Δον Ζουάν έχει σκοτώσει. Συνομιλεί μαζί του και προσκαλεί τον μέχρι τελικής πτώσης αμετανόητο άρχοντα σε μοιραίο δείπνο παίζοντας έτσι με την προσδοκία των θεατών.
Ο θίασος αποτελείται από γνωστούς, εμπορικούς, όπως θα λέγαμε, ηθοποιούς αλλά και από νεότερους στο επάγγελμα συχνά σε διπλή διανομή.
Ο Νίκος Κουρής, που ενσαρκώνει το σκανδαλώδη ρόλο του Δον Ζουάν, ξεχωρίζει για το πάθος του πάνω στη σκηνή έχοντας αναλάβει το δύσκολο εγχείρημα ενός ρόλου μεγάλης ερμηνευτικής δυναμικής. Είναι απόλυτα πειστικός, έχει κυριολεκτικά κατακτήσει το ρόλο του, δε φείδεται ψυχής, η κίνησή του είναι διακριτά επιμελημένη ενώ δείχνει να ταιριάζει και να αλληλοσυμπληρώνεται θαυμαστά με το Μάκη Παπαδημητρίου που υποδύεται το Σγαναρέλο. Τα λόγια είναι, χωρίς υπερβολή, φτωχά για την υπέροχη ερμηνεία του Μάκη Παπαδημητρίου σε ένα ρόλο εξίσου απαιτητικό και πληθωρικό. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Παπαδημητρίου δεν είναι τυχαία αριστούχος της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου ενώ διαθέτει ένα δικό του προσωπικό υποκριτικό ύφος.
Η Ζέτα Μακρυπούλια που παίζει το ρόλο της Ελβίρας προσπαθεί να εκφράσει τον εύθραυστο, τρυφερό αλλά και τελικά δυναμικό και αξιοπρεπή χαρακτήρα της νεαρής καλόγριας.
Οι λοιποί ηθοποιοί που πραγματικά χάρη στα επιτυχημένα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκόρου μας μεταφέρουν στην εποχή της Γαλλίας του Μολιέρου δε σταματούν λεπτό επί σκηνής υποδυόμενοι μεγαλύτερους ή και μικρότερους σε μήκος ρόλους όπως κάνει για παράδειγμα η Ηρώ Μπέζου. Και αυτών η κίνηση ξεχωρίζει, πράγμα για το οποίο εργάστηκαν οι κινησιολόγοι Σεσίλ Μικρούτσικου και Νικολέττα Καρμίρη.
Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Θέμης Μουμουλίδης ο οποίος υποστηρίζεται στο επιτυχές έργο του από τη Βίκυ Παναγιωτοπούλου. Αξίζει να αναφέρουμε ότι είναι η τρίτη φορά που ο Μουμουλίδης σκηνοθετεί το εν λόγω έργο οπότε ώριμος και έμπειρος πλέον στήνει επί σκηνής ένα τόσο ικανοποιητικό θεατρικό προϊόν.
Πολύ έξυπνη και χρηστική θα λέγαμε είναι η ιδέα του νερού μέσα σε συγκεκριμένους χώρους, στοιχείο που μας επιτρέπει να μεταφερθούμε με τη φαντασία μας στα εξωτερικά σημεία όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα.
Η παράσταση παίζεται χωρίς διάλειμμα γεγονός όμως που διόλου κουράζει τους θεατές καθώς το κείμενο του Μολιέρου, σε μια λεπτοδουλεμένη μετάφραση της Παναγιώτας Πανταζή, έχει ταχεία σχεδόν ασθμαίνουσα εξέλιξη.
Τέλος, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε, χωρίς αυτό να μειώνει σε καμιά περίπτωση το αποτέλεσμα, την όχι τόσο επιτυχημένη και εναρμονισμένη με την εποχή και τα υπόλοιπα δραματικά πρόσωπα, ενδυμασία του Σγαναρέλου.
Στο σύνολό της πρόκειται για μια υψηλής ποιότητας παράσταση με ένα σημαντικό αριθμό συντελεστών οι οποίοι κοπίασαν για το ανέβασμα ενός κλασικιστικού έργου, πάντα επίκαιρου και κάθε άλλο παρά ξεπερασμένου, με πλούσια πλοκή, ενός έργου που παρέχει ανεξάντλητα περιθώρια τόσο στο πεδίο της σκηνοθετικής προσέγγισης όσο και της ερμηνείας των ρόλων-συμβόλων του.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία: ΘΕΜΗΣ ΜΟΥΜΟΥΛΙΔΗΣ
Μετάφραση: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΠΑΝΤΑΖΗ
Σκηνικό: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΟΚΟΡΟΥ
Μουσική: ΝΙΚΟΣ ΠΛΑΤΥΡΑΧΟΣ
Φωτισμοί: ΝΙΚΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Κινησιολογία: ΣΕΣΙΛ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ
Βοηθός σκηνοθέτη: ΒΙΚΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Βοηθός κινησιολόγου: ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΚΑΡΜΙΡΗ
Διεύθυνση Παραγωγής: ΝΟΡΑ ΦΑΓΑ
Artwork: ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΛΕΒΙΖΑΚΗ

Τους ρόλους ερμηνεύουν:
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΗΣ
ΖΕΤΑ ΜΑΚΡΥΠΟΥΛΙΑ
ΜΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΤΣΗΣ
ΗΡΩ ΜΠΕΖΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΟΦΟΛΟΓΗΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΕΛΕΡΗΣ
ΕΛΙΖΑ ΣΚΟΛΙΔΗ