Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Δημοσίευση στο περιοδικό Chimeres τ.24, σελ. 40


ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΚΑΡΟΤΣΙ

Καλησπέρα, καλησπέρα!... Κάπως έτσι δε χαιρετά τους τηλεθεατές του ο Θεοδωράκης κάθε Κυριακή στο ξεκίνημα της εκπομπής του; Κάπως έτσι νιώθω την ανάγκη να αρχίσω κι εγώ τη συγγραφή αυτού του … κειμένου, άρθρου, διηγήματος; Δεν ξέρω. Η διάθεσή μου υφαίνεται από μια ποικιλία συναισθημάτων… δημοσιογραφικών, συγγραφικών… απλά ανθρώπινων…
Ο φακός της δικής μου ‘’εκπομπής’’ επισκέπτεται το κέντρο της Αθήνας. Ένα κέντρο που μεταμορφώνεται (έτσι δε λένε όλοι;). Πολύπαθο, γεμάτο εικόνες… Κι είναι βράδυ… Σάββατο βράδυ. Κι είμαστε ‘’πολύ’’ κέντρο, πιο κέντρο δεν πάει. Οδός Ηπείρου. Στο ύψος περίπου της Αχαρνών. Κάπου εκεί. Τι κάνουμε όμως εκεί; Α, ναι! Είχαμε πάει σινεμά. Ναι, είναι Απρίλης. Έχει φεστιβάλ γαλλόφωνου κινηματογράφου. Ναι, είδαμε μια πολύ καλή ταινία. Τη ‘’μαύρη Αφροδίτη’’. Περιέγραφε την οδύσσεια μιας μαύρης από το Κέιπ Τάουν στην Ευρώπη. Την εκμετάλλευση και τον εξευτελισμό μέχρι το θάνατο σε νεαρή ηλικία και τη δικαίωση στην πατρίδα της πολλά χρόνια μετά τη φυγή της…
Ώρα 11μιση το βράδυ. Έχουμε φάει και μια κρέπα. Αλμυρή. Με τυρί, μανιτάρια… Επιστρέφουμε σπίτι. Κοιτάμε… έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Παρατηρούμε. Κι όχι μόνο. Γινόμαστε μάρτυρες. Θλιβερές εικόνες. Λες ότι θες να κλείσεις τα μάτια. Λες ότι δε θες να περνάς από εκεί. Για να μη βλέπεις. Για να μη χαλάει η αισθητική σου. Ξέρω, δε σας λέω κάτι καινούργιο. Ξέρω, αυτό το γραπτό δε θα προσθέσει κάτι στη γνώση σας περί πραγματικότητας. Εξάλλου, δεν είστε τυφλοί. Όμως…
Όμως, αν ήμουν φωτογράφος θα έβγαζα αμέτρητες φωτογραφίες από εκεί. Έγχρωμες, ασπρόμαυρες ίσως (ίσως να ταν καλύτερες ως ντοκουμέντο). Σταματάμε στο φανάρι. Είναι κόκκινο. Αριστερά μου ένας κάδος. Κάδος σκουπιδιών. Τιγκαρισμένος. Νομίζω έχουν απεργία τα απορριμματοφόρα. Μεγάλη τύχη. Ξεχειλίζουν κάθε είδους πεταμένα πράγματα. Σίδερα, μπουκάλια, ρούχα. Μισοφαγωμένα τρόφιμα. Άλλα είδη είναι χωμένα πιο μέσα. Δεν είναι ορατά. Δίπλα του ένας αλλοδαπός. Πού το ξέρω; Δεν είναι σαν εμάς. Έχει άλλο χρώμα δέρματος. Δεν είναι ντυμένος όπως όλοι. Θα ναι δε θα ναι καμιά τριανταπενταριά. Φοράει κι ένα σκουφί μπορντό. Κάπως έτσι. Σκούρο κόκκινο, βαθύ. Και δεν είναι μόνος του. Έχει και παρέα. Ένα παιδί. Ένα μικρό παιδί… μάλλον είναι το παιδί του. Το παιδί που προστατεύει, που δεν έχει πού να το αφήσει αλλά και το παιδί που του κάνει παρέα. Δεν το κρατάει από το χέρι. Δεν το χει αγκαλιά. Το χει σε ένα καρότσι… Όχι, όχι, όχι! Μην πάει το μυαλό σας σε κανένα καρότσι από κατάστημα παιχνιδιών ή ειδών μπεμπέ… Άνετο, απαλό, με τρία ή τέσσερα ροδάκια ανάλογα τη μόδα κι ένα παιχνίδι να αιωρείται από πάνω για να το διασκεδάζει, για να το κάνει να μην κλαίει… και μέσα από πάνω από το κορμί του μια ζεστή κουβέρτα, γαλάζια πιθανόν καθότι αγόρι, να το ζεσταίνει για να μην κρυώνει. Δεν ήταν τέτοιο το καρότσι. Ήταν καρότσι του σούπερ μάρκετ! Ακριβώς! Ένα τέτοιο μικρό καρότσι. Αυτό που βρίσκουμε στην είσοδο των μεγάλων αυτών καταστημάτων και υπεργεμίζουμε μέχρι να κρατάμε με δυσκολία τα ψώνια στο ταμείο για να μην πέσουν στο πάτωμα (ή τουλάχιστον έτσι κάναμε μέχρι πρότινος!). Πού το βρήκε άραγε; Το έκλεψε; Το βρήκε παρατημένο; Ποιος ξέρει!
Μέσα σ’ ένα τέτοιο λοιπόν καρότσι είχε βάλει το παιδί του… Κι εκείνο χοροπηδούσε! Πάνω κάτω… Μελαμψό κι αδύνατο. Χοροπηδούσε. Κι ο μπαμπάς του έψαχνε… έψαχνε με περισσή προσοχή τι μπορούσε να συλλέξει από τον κάδο. Τι ήταν σχετικά αξιοποιήσιμο… Αναζητούσε… Διάλεγε… Κι ό, τι καλό έβρισκε, όπως για παράδειγμα γυάλινα μπουκάλια που πουλιούνται κι είναι ένα κέρδος σε ρευστό, θα το τοποθετούσε στο καρότσι. Ήταν η συγκομιδή του. Και μετά θα τράβαγε για το… σπίτι του; Νοίκιαζε κάπου ή ήταν άστεγος; Κι αν ήταν άστεγος, ήταν και το παιδί στο καρότσι επίσης.
Το φανάρι άναψε. Φύγαμε. Φύγαμε για το σπίτι μας. Τα είδαμε όλα και άναψε το φανάρι και φύγαμε έτσι απλά. Και κάπου εδώ τελειώνει η ιστορία μας. Το… κείμενο που λέγαμε πριν. Το τέλος είναι κάπου εδώ, για εμάς. Γιατί οι άλλοι έμειναν να συνεχίζουν και ποτέ δε μάθαμε τι απέγινε το παιδί στο καρότσι.
Είναι η στιγμή που σας αποχαιρετώ, η στιγμή που θα πω το μελαγχολικό ‘’καλό σας ξημέρωμα’’ που λέει κι ο δημοσιογράφος στο κλείσιμο κάθε κυριακάτικης εκπομπής του.  Εκεί όπου η ώρα έχει περάσει, το κορμί έχει ξαπλώσει στο στρώμα γιατί το περιμένει πρωινό ξύπνημα ενώ οι σκέψεις έχουν ανακατέψει περίεργα το μυαλό. Κι εκεί έρχεται το επισφράγισμα με το αποτελειωτικό ‘’καλό σας ξημέρωμα’’.
Καλό σας ξημέρωμα, λοιπόν… 

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012


Φθινόπωρο στην Αθήνα

Η γκρίζα πόλη άνοιξε θαρρείς τα δυο φτερά της
φθινόπωρο να υποδεχτεί μέσα στην αγκαλιά της.
Κίτρινα φύλλα δε θα βρεις, δέντρα εδώ δεν έχει
μονάχα λάκκους με νερό σαν αρχινάει να βρέχει.

Κόσμος παντού παράλογος, τρέχει ποτέ δε φτάνει
ατέλειωτος κατάλογος ανθρώπων σε καζάνι.
Βράζουνε όλοι τους μαζί, κοχλάζουν και φουσκώνουν
άθλια βασανίζονται ώσπου στο τέλος λιώνουν.

Μελαγχολία μου γλυκειά, πώς με διακατέχεις
μες την Αθήνα τη μαβιά στη μοναξιά ενέχεις.
Τα θέατρά της καρτερώ, τις πρώτες παραστάσεις
που ναι για την ψυχαγωγία μου ιδανικές προτάσεις.

Υγρή ανατριχίλα περνάει κι ηλεκτρίζει
μια νύχτα στο Λυκαβηττό, στα Εξάρχεια και στου Γκύζη.
Απέραντος ξενώνας για κάθε επαρχιώτη
και ξένο μετανάστη φτωχό και τυχοδιώκτη.

Η γκρίζα πόλη άνοιξε θαρρείς τα δυο φτερά της
φθινόπωρο να ρθει ξανά μέσα στα σωθικά της.
Κίτρινα φύλλα δε θα δεις, πράσινο εδώ δεν έχει
μονάχα λάσπες και νερά φέρνει η βροχή σαν πέφτει.

Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑΣ'', εκδόσεις Οσελότος Απρίλιος 2010